Μπορεί να αξιοποιηθεί η Συνθήκη της Λισαβόνας, απουσία ισχυρής πολιτικής βούλησης;
Μετά από μια μακρά διαδικασία διαπραγματεύσεων και επικυρώσεων, έφτασε η ώρα της εφαρμογής της Συνθήκης της Λισαβόνας. Η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι η τελευταία μεγάλη Συνθήκη αυτής της γενιάς, καθώς θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να απορροφήσει η Ε.Ε. τις ρυθμίσεις της, ενώ δεν έχουν μείνει ουσιαστικές εκκρεμότητες που θα καθιστούσαν απαραίτητη μια νέα θεσμική μεταρρύθμιση στο προσεχές μέλλον. Όπως επισημαίνεται και από τον Charles Grant , επικεφαλής του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση (CER), οι αρχηγοί της Ε.Ε. θα μπορούν, επιτέλους, απαλλαγμένοι από τις χρονοβόρες συζητήσεις για τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις, να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση των διεθνών προκλήσεων.
Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας έχουν μεγάλη δυναμική. Αν και πρόκειται για μια τροποποιητική Συνθήκη που στερείται ενός μεγαλεπήβολου «περιτυλίγματος», η Συνθήκη της Λισαβόνας περιλαμβάνει τις σημαντικότερες καινοτομίες της Συνταγματικής Συνθήκης και μπορεί να καταστήσει την Ένωση (περισσότερο) αποτελεσματική και δημοκρατική. Η εκπροσώπηση της Ε.Ε. από τον νέο Ύπατο Εκπρόσωπο και όχι από τρεις διαφορετικούς φορείς (όπως συνέβαινε έως τώρα), η θεσμοθέτηση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης που θα επικουρεί το έργο του Ύπατου Εκπροσώπου, η επέκταση της χρήσης της συναπόφασης και της ειδικής πλειοψηφίας (με την εφαρμογή της σε τομείς πολιτικής, όπως το άσυλο, την παράνομη μετανάστευση και την αστυνομική συνεργασία) αλλά και οι ρυθμίσεις για τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικής της Ένωσης αποτελούν ουσιαστικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που, εν δυνάμει, συμβάλλουν σε μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Είναι, όμως, δύσκολο να εκτιμηθεί η ουσιαστική επίδραση της Συνθήκης της Λισαβόνας στη λειτουργία της Ε.Ε. καθώς δεν μπορεί να προβλεφθεί πώς θα εφαρμοσθούν οι θεσμικές ρυθμίσεις της. Τα πρώτα μηνύματα που λαμβάνουν οι πολίτες της Ένωσης δεν είναι αισιόδοξα. Όπως αναλύθηκε από πληθώρα άρθρων που δημοσιεύτηκαν στον εγχώριο και ξένο τύπο, μετά τη Σύνοδο Κορυφής της 19ης Νοεμβρίου, η επιλογή των δύο αξιωματούχων κατέδειξε ότι οι μεγάλες χώρες (και κυρίως ο Γαλλογερμανικός άξονας) επιθυμούν να διατηρήσουν τους δικούς τους διακριτούς διεθνείς ρόλους. Το πολιτικό βάρος των δύο νεοδιορισμένων αξιωματούχων (του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ύπατης Εκπροσώπου/ Αντιπροέδρου της Ε. Επιτροπής) αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα για το βαθμό αξιοποίησης των σχετικών ρυθμίσεων της νέας Συνθήκης. Όπως αναμενόταν, επικράτησε η υποψηφιότητα του Βέλγου Πρωθυπουργού Hermann van Rompuy για τη θέση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ο Βέλγος Πρωθυπουργός απολάμβανε την υποστήριξη και του Γαλλογερμανικού άξονα (που προσπαθεί να αναβιώσει αλλά όχι, τουλάχιστον για την ώρα, ως κινητήριος δύναμη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης). Είναι ένας κεντροδεξιός πολιτικός (Χριστιανοδημοκράτης), όχι ιδιαίτερα γνωστός στην παγκόσμια σκηνή, όπως είναι ο Βρετανός Tony Blair, το όνομά του οποίου είχε, επίσης, προταθεί. Όσον αφορά στην Ύπατη Εκπρόσωπο, τα κριτήρια για την επιλογή της Βρετανίδας βαρόνης Katherine Ashton καθορίσθηκαν βάσει της πολιτικής λογικής: βάσει των αρχών της γεωγραφικής (Βορράς/Νότος, Ανατολή/Δύση) και πολιτικής ισορροπίας (κεντροδεξιοί/ σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί), της δημογραφικής συμμετρίας (μεγάλες/μικρές χώρες κ.λπ.) ακόμη και της ισορροπίας μεταξύ των δύο φύλων. Οι προσωπικότητες, όμως, είναι αυτές που επηρεάζουν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, η οποία δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον στον τρόπο με τον οποίο επιλέγησαν οι υποψηφιότητες- και μεγάλη απογοήτευση για τον τρόπο με τον οποίο επικράτησαν οι δύο νέοι αξιωματούχοι. Μην προτείνοντας σε έμπειρους και χαρισματικούς πολιτικούς με ισχυρή επιρροή στη διεθνή πολιτική σκηνή να αναλάβουν, ιδιαίτερα, την πρώτη θητεία υποβιβάζονται οι δύο νέοι θεσμοί, καθώς οι επιδόσεις των πρώτων αξιωματούχων θα επηρεάσουν και την επιλογή των διαδόχων τους.
Πέραν, όμως, από το πολιτικό βάρος των προσωπικοτήτων που επιλέγησαν, ένα άλλο στοιχείο που είναι ακόμη προς ανάλυση είναι η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων των δύο αξιωματούχων μεταξύ τους, αλλά και αμφότερων έναντι των κυβερνήσεων και των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Μεταξύ άλλων, ιδιαίτερα κρίσιμη αναμένεται να είναι η συνεργασία του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβούλιου με την εξάμηνη εκ περιτροπής Προεδρία του Συμβουλίου, εν προκειμένω, με την Ισπανική Προεδρία. Έχει επισημανθεί βέβαια, ότι ο Βέλγος Hermann van Rompuy αποτελεί ένα πολύ καλό διαπραγματευτή που θα έχει ως κύριο γνώμονα της δράσης του την οικοδόμηση συναίνεσης μεταξύ των κρατών μελών και όχι την ανάδειξή του ως ενός ισχυρού φορέα άσκησης πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο. Το ζήτημα της οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων αφορά και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, η οποία δε θα επιτύχει το στόχο της, αν εμπλακεί σε διαμάχες με τους άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Επιπλέον, η δυνατότητα που δίνεται στα εθνικά κοινοβούλια να συμμετέχουν στη διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικής στην Ε.Ε. θα υπονομευθεί, αν δεν αποφασίσουν τα ίδια να αξιοποιήσουν τις ρυθμίσεις της νέας Συνθήκης.
Η περίοδος που διανύουμε είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την αξιοποίηση της δυναμικής της Συνθήκης της Λισαβόνας. Όπως διαφαίνεται και από τη διοργάνωση ειδικών Συνόδων Κορυφής, αλλά και από τη διεξαγωγή έντονων και, ουσιαστικά, μυστικών διαβουλεύσεων, οι πολιτικές ηγεσίες λαμβάνουν τις πρώτες σημαντικές αποφάσεις σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της Συνθήκης της Λισαβόνας. Πρόκειται, δηλαδή, για ζήτημα πολιτικής βούλησης, και, συγκεκριμένα, της βούλησης για τη στήριξη του κοινού οράματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τα τελευταία, όμως, τέσσερα (περίπου) χρόνια φαίνεται να απουσιάζει αυτή η βούληση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ιδιαίτερα μετά και το δεύτερο «διαδικαστικό» πλήγμα που επέφερε στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης το αρνητικό αποτέλεσμα του Ιρλανδικού δημοψηφίσματος του 2008 (το πρώτο πλήγμα ήταν η απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης από τις Γαλλία και Ολλανδία το 2005), επικράτησε ένα κλίμα διαίρεσης μεταξύ των κρατών μελών, με την ακόμη εντονότερη ανάδειξη εθνικών ιδιαιτεροτήτων και διεκδικήσεων. Ακόμη και την τελευταία στιγμή η στάση του Προέδρου της Τσεχίας ανέδειξε τις υπερβολικές εθνικές διεκδικήσεις ενός κράτους μέλους και την ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού. Η μεγάλη διεύρυνση του 2004 (που ολοκληρώθηκε το 2007) πέραν από την ενίσχυση του συναισθήματος της κόπωσης στους ευρωπαίους πολίτες και πολιτικούς, ενίσχυσε και τις ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις, καθώς εισήχθησαν στους κόλπους της Ε.Ε. περισσότερα κράτη – «αμφισβητίες».
Ως αρνητική για τη μελλοντική πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Ιούνιος 2009) που ζήτησε την ενίσχυση της εθνικής κοινοβουλευτικής ευθύνης, επισημαίνοντας ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μια πολύ δύσκολη και σύνθετη διαδικασία. Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτή η απόφαση αμφισβήτησε κάθε μορφή ευρωπαϊκής συνεργασίας σε ευαίσθητα ζητήματα εθνικών πολιτικών. Σε κάθε περίπτωση, η σημασία της προαναφερθείσας απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας είναι μεγάλη, καθώς η Γερμανία αποτελεί την κατεξοχήν φιλοενοποιητική χώρα. Μην ξεχνάμε ότι ήταν ο Joschka Fischer, που, υπό την ιδιότητα του υπουργού Εξωτερικών της Γερμανίας, μίλησε το 2000 στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου για την ευρωπαϊκή ομοσπονδία.
Ο ρόλος της πολιτικής βούλησης είναι πρωταρχικός σε όλες τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπως ήταν και στη σύνταξη, αλλά και την επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας. Τώρα θα είναι σημαντικός και στην εφαρμογή της νέας Συνθήκης. Ασφαλώς, οι πολιτικές ηγεσίες δε δρουν αυθαίρετα, αλλά επηρεάζονται από τις γενικότερες συνθήκες και, ως ένα βαθμό, και από τη βούληση των ευρωπαίων πολιτών. Όμως, ο τρόπος λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνει μεγάλα περιθώρια δράσης στην πολιτική ηγεσία και ενισχύει το ρόλο της στη διαμόρφωση της πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και, κατά συνέπεια, στη διακυβέρνηση της Ε.Ε. (σε αντιπαραβολή και με το ρόλο που έχει η πολιτική ηγεσία στις εθνικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες). Κατά συνέπεια, η μεγάλη δυναμική της Συνθήκης της Λισαβόνας απαιτεί ισχυρή πολιτική βούληση για να αξιοποιηθεί, όπως είχε συμβεί με όλα τα εγχειρήματα -σταθμούς στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτή η διαπίστωση, όμως, θα τολμούσα να πω, ότι δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξη για την αξιοποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας.



