[ English | Σύνδεση , Εγγραφή ]     
     



Επανεξετάζοντας την αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Συνέντευξη με την Καθηγήτρια Helen Wallace


18 Μαΐου, 2009 | ΕΛΙΑΜΕΠ |

Οι απόψεις που εκφράζονται εδώ είναι αποκλειστικά και μόνο του συγγραφέα

ΕΛΙΑΜΕΠ: Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του οικοδομήματος της ΕΕ είναι η ευρέως γνωστή «Κοινοτική μέθοδος». Αυτή η μέθοδος συνδυάζει υπερεθνικά και διακρατικά στοιχεία σχεδιασμού πολιτικής, με το τελευταίο να κυριαρχεί στη νομοθετική διαδικασία. Μέσα από την αυξητική διαδικασία (incremental process), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποκτά βαθμιαία μεγαλύτερη νομοθετική εξουσία (αυτό θα ισχύσει εάν εφαρμοστεί η Συνθήκη της Λισσαβώνας), αλλά τα κράτη – και πιο συγκεκριμένα οι κυβερνήσεις – διατηρούν μία κεντρική θέση μέσα στο σύστημα. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, η «Κοινοτική Μέθοδος» επιβεβαιώνει τη νομιμότητα των κυβερνητικών ελίτ, αν όχι ως μοναδικούς αλλά τουλάχιστον ως κυρίαρχους παίκτες. Υπάρχει ανάγκη δραστικής αναθεώρησης προς αυτή την κατεύθυνση;

Καθ. Helen Wallace: Κατά τη διάρκεια των χρόνων, η ΕΕ έχει αναπτύξει διάφορους τρόπους εξέλιξης των συλλογικών πολιτικών – και δεν πρόκειται για μία απλή διχοτόμηση μεταξύ της ‘Κοινοτικής Μεθόδου’, από τη μία και του ‘διακρατισμού’ από την άλλη. Με την κλασσική έννοια, η Κοινοτική μέθοδος εφαρμόζεται σε κάποιους τομείς – γεωργία, αλιεία και άλλα (όπου συνακολούθως η εξουσία της ευρωβουλής είναι μόνο συμβουλευτική). Σε πολλούς τομείς κυρίως της οικονομικής ρύθμισης, η Ευρωπαϊκή Βουλή έχει πράγματι γίνει πολύ σημαντική, και μπορούμε να μιλάμε για κοινοβουλευτικό σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτων (bicameral). Σε τομείς πολιτικής που περιλαμβάνουν τη χρήση χρημάτων του κοινοτικού προϋπολογισμού της ΕΕ, τα κράτη μέλη βρίσκονται πάντα στο κέντρο της λήψης των αποφάσεων εμπλεκόμενα σε σκληρές διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις. Μετά, υπάρχουν πολλοί τομείς πολιτικής όπου η ευρωπαϊκή διαδικασία είναι περισσότερο διαλεκτική και αφορά κυρίως το συντονισμό πολιτικών ανάμεσα στα κράτη-μέλη ή τη σύγκριση και οριοθέτηση σημείων αναφοράς για τη διαβίβαση πολιτικών πρακτικών από το ένα κράτος-μέλος στο άλλο. Και τέλος υπάρχουν κάποιοι τομείς πολιτικής, σταθερά η εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας όπου προς το παρόν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών παραμένουν οι βασικοί παράγοντες ενώ η Κομισιόν, η Ευρωβουλή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχουν μικρό ρόλο και η διαδικασία περιγράφεται αυτό που θα όριζα ως «εντατικός διικυβερνητισμός». Ο τομέας δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων αποτελεί μία ανάμικτη περίπτωση καθώς κάποια ζητήματα σήμερα διαχειρίζονται μέσω μίας μορφής της Κοινοτικής μεθόδου ενώ άλλα μέσω των «διακρατικών διαπραγματεύσεων». Επομένως η ΕΕ έχει ένα πολύ μικτό σύστημα, ενώ οι πρόσφατες εμπειρίες υποδεικνύουν ότι το σύστημα γίνεται περισσότερο μικτό και λιγότερο μονόχρωμο, τόσο μέσα στους πολιτικούς τομείς όσο και ανάμεσά τους. Είναι αλήθεια ότι όσο αναφορά τη σχέση ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τυπικά η Ευρωβουλή επωφελείται από τις μεταρρυθμίσεις των συνθηκών. Περιμένω να συνεχιστεί αυτό το μοτίβο είτε επικυρωθεί είτε όχι η συνθήκη της Λισσαβώνας – και στο σημερινό στάδιο δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο το αν θα επικυρωθεί η Συνθήκη της Λισσαβώνας. Αυτό εξαρτάται από την τσεχική και κυρίως την ιρλανδική πολιτική – που είναι δύσκολο να ερμηνευτούν υπό το υπάρχων κλίμα της οικονομικής αναστάτωσης στην ΕΕ και παγκοσμίως.

ΕΛΙΑΜΕΠ: Κάποιοι αναλυτές της ΕΕ τονίζουν πως η παλιά γαλλική ιδέα του διευθυντηρίου (directoire) έχει υλοποιηθεί μετά την εκλογή του Ν. Σαρκοζί. Οι Γερμανοί, έχουν οδηγηθεί σε ένα είδος εθνικής ενδοσκόπησης και οι Βρετανοί είναι περισσότερο και από ικανοποιημένοι που ο ρόλος της Κομισιόν τελειώνει με την υποβολή νομοθετικών προτάσεων. Πιστεύετε ή καλύτερα συμφωνείτε με αυτά τα λεγόμενα;

Καθ. Helen Wallace: Οι Γάλλοι έχουν την τάση να μιλάνε επανειλημμένως για την ιδέα ενός διευθυντηρίου (directoire), δηλαδή την παραδοχή ότι στην πραγματικότητα τα μεγάλα κράτη-μέλη πρέπει να κυριαρχούν στην ΕΕ. Παρόλα αυτά η ιστορία (μέχρι τώρα τουλάχιστον) μας δείχνει ότι δε λειτουργούν έτσι τα πράγματα. Τα μεγάλα κράτη-μέλη έχουν ανάγκη από τα μεσαία και τα μικρότερα κράτη-μέλη για να κάνουν το σύστημα της ΕΕ να λειτουργεί και να έχει αποτελέσματα. Τα μικρότερα κράτη-μέλη διακυβεύουν περισσότερα στην ΕΕ καθώς οι επιλογές να ακολουθήσουν μόνα τους κάποιες πολιτικές είναι πολύ πιο περιορισμένες. Κατά την άποψή μου θα ήταν επικίνδυνη  προοπτική να κυριαρχηθεί η ΕΕ από τα μεγάλα κράτη. Από την άλλη, η ΕΕ χρειάζεται επίσης να διατηρήσει την υποστήριξη και την εμπλοκή των μεγαλύτερων κρατών για να ευμερίσει. Επομένως πρέπει να υπάρχει μία συνεχής ισορροπία συμφερόντων των διαφορετικών κρατών-μελών. Και ναι, για κάποιες αποφάσεις είναι απαραίτητο φυσικά να εμπλακούν τα μεγαλύτερα κράτη μέλη ώστε να επιτευχθούν στρατηγικές συμφωνίες όπως είχε γίνει με την απόφαση να υιοθετηθεί το ευρώ ως το κοινό νόμισμα. Προσωπικά, συνεχώς μετανιώνω που το Ηνωμένο Βασίλειο δεν παίζει έναν αποτελεσματικό ρόλο ως μέλος της ΕΕ τόσο όσο θα μπορούσε εάν δεν αμφιταλαντευόταν τόσο για το «ευρωπαϊκό εγχείρημα».  Νομίζω πως διανύουμε μία περίοδο της ιστορίας όπου πολλά – ίσως τα περισσότερα- κράτη-μέλη περνάνε μία φάση ενδοσκόπησης και αυτό θα συνεχιστεί μέχρι να ανακάμψει και πάλι η οικονομία και αποκατασταθούν η εμπιστοσύνη και η αισιοδοξία.

ΕΛΙΑΜΕΠ: Η διεύρυνση του 2004 αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό πηγή πίεσης για τους θεσμούς της ΕΕ. Η μετάβαση από τα 15 στα 27 μέλη με την πιθανότητα επιπλέον διεύρυνσης σε σύντομο διάστημα μόνο πιο δυσκίνητο μπορεί να κάνει ένα ήδη περίπλοκο θεσμικό σύστημα – και ακόμα λιγότερο διαφανές. Σε μία διευρυμένη ΕΕ, αντί να δημιουργούμε νέες θεσμικές θέσεις ισχύος, να ενισχύουμε παραδοσιακούς τρόπους νομοθετικής διαδικασίας και να νομιμοποιούμε εκλογικούς μηχανισμούς με εθνικές βάσεις, μήπως θα έπρεπε να αναπτύξουμε άλλες μορφές πολιτικής διάδρασης και λήψης αποφάσεων, λόγου χάρη μηχανισμούς δια-διοικητικής συν-προσαρμογής (inter-administrative cooptation) και  διαβουλευτικής δημοσκόπησης (deliberative polling) κτλ;

Καθ. Helen Wallace: Στην πραγματικότητα, οι διευρύνσεις του 2004 και του 2007 λειτούργησαν ΠΟΛΥ καλύτερα από ότι πολλοί περίμεναν. Φαίνεται ότι οι θεσμοί της ΕΕ λειτουργούν περίπου όπως και πριν αναλογικά με το επίπεδο των δραστηριοτήτων τους και των αποτελεσμάτων τους. Έχουν γίνει πολλές μελέτες πάνω σε αυτό και όλες φαίνεται πως καταλήγουν στην ίδια κατεύθυνση – δηλαδή η δουλειά συνεχίζεται και δεν υπάρχει αδιέξοδο- και αυτό ακόμα και χωρίς τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπει η Συνθήκη της Λισσαβώνας. Επομένως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί να μην μεγαλοποιούμε τις επιδράσεις της διεύρυνσης στο λειτουργικό σύστημα της ΕΕ, που φαίνεται ευτυχώς να είναι αρκετά ανθεκτικό. Φαίνεται ακόμα ότι το σύστημα της ΕΕ έχει κάποια προσαρμοστικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν να ανταποκριθεί στις προκλήσεις μέσω πειραματισμών και οργανικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι όλα λειτουργούν αποτελεσματικά και αποδοτικά. Μου φαίνεται όμως ότι οι υπάρχουσες δυσκολίες είναι μάλλον συνέπεια μίας πολύ μεγαλύτερης εικόνας πολιτικών αλλαγών ανά την Ευρώπη (για παράδειγμα η προσαρμογή στη μετα-ψυχροπολεμική εποχή) και τον κόσμο (κλιματική αλλαγή, μετανάστευση, αποτυχημένα κράτη και άλλα) ή και ενός αναδυόμενου παγκόσμιου αρχιτεκτονήματος στο οποίο οι Ευρωπαίοι είναι πολύ λιγότερο σημαντικοί από αυτό που ήταν. Δηλαδή οι «G2» είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα και όχι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη. Σε όλους αυτούς τους τομείς εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να σκεφτούμε πολύ περισσότερο, να συζητήσουμε και να συναποφασίσουμε για το πώς θα πλαισιώσουμε, και πώς θα στοχεύσουμε σε συλλογικά ευρωπαϊκά συμφέροντα και πολιτικές. Πρόκειται όμως περισσότερο για ζητήματα ουσίας και όχι θεσμικών διαδικασιών.

ΕΛΙΑΜΕΠ: Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς σε θέματα δομικών μεταρρυθμίσεων και διεύρυνσης της ΕΕ, η αποτυχημένη διαδικασία επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης το 2005 ήταν ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω στην πολιτική και δημοκρατική εξέλιξη της ΕΕ. Αντί να χρησιμοποιούνται οι καθιερωμένες ευρωπαϊκές διαπραγματευτικές τεχνικές των συμφωνιών-πακέτων (packages deals), της ρήτρας αυτο-εξαίρεσης (opt-out) και των επιμέρους οφελών (side-payments), πρέπει ίσως να γίνουν πιο ουσιαστικές πολιτικές επιλογές. Αξιολογώντας προσεκτικά το ρίσκα και τα πλεονεκτήματα των διαφορετικών στρατηγικών ποιό κατά τη γνώμη σας ως ειδικού, φαίνεται να είναι το πιο πιθανό σενάριο για τη μελλοντική εξέλιξη της Ένωσης;

Καθ. Helen Wallace: Όπως φαίνεται και από τον προηγούμενο σχολιασμό μου, δεν αντιλαμβάνομαι την αποτυχία της διαδικασίας επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης ως τη μεγαλύτερη αποτυχία στο τελευταίο διάστημα. Πράγματι, ήταν κατά την άποψή μου λάθος να αναβαθμίσουν τη γλώσσα της μεταρρυθμιστικής συνθήκης σε ‘συνταγματικό’ θέμα. Υπό αυτήν την έννοια, δεν με εξέπληξε το αρνητικό αποτέλεσμα των δημοψηφισμάτων της Γαλλίας και της Ολλανδίας, ούτε και το αρνητικό ιρλανδικό δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Για μένα, υπάρχουν δύο άλλα προβλήματα που συνεισέφεραν στη σημερινή κατάσταση. Το ένα είναι ο υπερ-ακτιβισμός από την πλευρά των νομοθετών της ΕΕ – και θα επέκρινα εδώ και τους τρεις πολιτικούς θεσμούς της ΕΕ που συναίνεσαν στην ανάπτυξη νομοθεσίας και κανόνων που έχουν επίδραση στην καθημερινή ζωή χωρίς να το επεξεργαστούν ιδιαίτερα ενώ οι ‘Βρυξέλλες’ κατηγορούνταν με ευκολία για όλες τις δύσκολες και αντιλαϊκές αποφάσεις. Δεύτερον, το σύστημα της ΕΕ δείχνει υπερβολικά αποσυνδεδεμένο και μακρινό σε σχέση με την καθημερινή πολιτική ζωή όλων των κρατών μελών. Το φταίξιμο εδώ έχουν και οι πολιτικοί και τα εθνικά κοινοβούλια που δε δίνουν την απαιτούμενη προσοχή σε ό,τι συμβαίνει στις Βρυξέλλες, αλλά και επειδή είναι πολύ τοπικιστές. Είναι πολύ εύκολο, παραδείγματος χάριν, για τα κυβερνώντα κόμματα να εισαγάγουν ευρωπαϊκές πολιτικές χωρίς επεξηγήσεις και είναι επίσης πολύ εύκολο για τα κόμματα της αντιπολίτευσης να επικρίνουν την ΕΕ χωρίς να εντρυφούν στην ουσία των δράσεων της. Πρέπει λοιπόν μέσα στο εθνικό πολιτικό μας σύστημα να δουλέψουμε πολύ περισσότερο για  να οικειοποιηθούμε της ευρύτερης ευρωπαϊκής πολιτικής διαδικασίας.

ΕΛΙΑΜΕΠ: Σύμφωνα με την άποψη του Καθ. Λουκά Τσούκαλη όταν ανέλαβε την ηγεσία του JCMS το 1980, «η θεωρία της ολοκλήρωσης αποτυγχάνει μάλλον επειδή αργήσαμε να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό το νέο και περίπλοκο φαινόμενο δεν μπορούσε να μελετηθεί με τα παραδοσιακά εργαλεία ανάλυσης..» (Τσούκαλης, 1980: 215). Η άποψη αυτή έρχεται σε δραματική αντίθεση με όσους υποστηρίζουν ακριβώς το αντίθετο: ότι το πρόβλημα στη μελέτη της ΕΕ ήταν ακριβώς η αποτυχία της προσαρμογής των παραδοσιακών πολιτικών/κοινωνιολογικών επιστημονικών εργαλείων ανάλυσης (βλέπε Moravcsik, 1999; Dowding, 2000; Schneider, Gabel and Hix, 2000; Hix, 2005). Θεωρώντας έγκυρες είτε την πρώτη είτε τη δεύτερη άποψη θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι μελετητές της ΕΕ έχουν μερίδιο ευθύνης που η ΕΕ δεν πέτυχε να γίνει καταληπτή στους Ευρωπαίους πολίτες (γνωστική ολοκλήρωση);

Καθ. Helen Wallace: Σίγουρα ο διάλογος θα συνεχιστεί σχετικά με το ποια αναλυτικά εργαλεία είναι τα πιο κατάλληλα για τη μελέτη της ΕΕ. Μεγάλο μέρος του κλασσικού διαλόγου για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση παγιδεύτηκε στη διχοτομία μεταξύ ‘υπερεθνικισμού’ και «διακυβερνητισμού». Η διχοτομία αυτή οδήγησε κάποιους μελετητές αλλά και επαγγελματίες σε υπερβολική πόλωση. Όπως είπα και παραπάνω, η ΕΕ λειτουργεί με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με το θέμα και το περιεχόμενο και χρειαζόμαστε εργαλεία ανάλυσης που να κάνουν διάκριση αυτών των αποχρώσεων. Συμφωνώ με όσους στην ακαδημαϊκή κοινότητα υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να επιστρατεύουμε όλο το εύρος των εργαλείων ανάλυσης που έχουμε από τις κοινωνικές επιστήμες στις προσπάθειές μας να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε τι συμβαίνει στην ΕΕ. Σε αυτό το μέτωπο έχει γίνει σημαντική πρόοδος το τελευταίο διάστημα. Είναι μάλλον αλήθεια επίσης ότι κάποιοι μελετητές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης παγιδεύτηκαν εν μέρει από το αντικείμενο της έρευνάς τους και δεν άσκησαν ουσιαστική κριτική που θα πρέπει να έχει ένας καλός επιστήμονας σε σχέση με αυτά που παρατηρεί.



Αφήστε το σχόλιο σας ή την απάντηση σας..

Τα πεδία με (*) είναι υποχρεωτικά